Μ.Κάτσης: «Να ενταχθούν όλα τα Δημοτικά σχολεία της Θεσπρωτίας στον θεσμό των σχολικών γευμάτων»

16 ΔΕΚ

Ερώτηση κατέθεσε ο βουλευτής Θεσπρωτίας του ΣΥΡΙΖΑ-Π.Σ. Μάριος Κάτσης, με αφορμή το γεγονός ότι σχεδόν τα μισά Δημοτικά σχολεία της Θεσπρωτίας είναι αποκλεισμένα από την παροχή σχολικών γευμάτων. Η Ερώτηση κατατέθηκε από κοινού με την αν. Τομεάρχη για θέματα Πρόνοιας και Κοινωνικής Αλληλεγγύης, Θεανώ Φωτίου, που ως αρμόδια αν. Υπουργός της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, είχε θεσμοθετήσει για πρώτη φορά τα σχολικά γεύματα. Ιδιαίτερη μνεία γίνεται στην Ερώτηση στο γεγονός ότι η κυβέρνηση για την Θεσπρωτία δεν έλαβε καν υπόψη τις ιδιαιτερότητες του ακριτικού Δήμου Φιλιατών και του ορεινού Δήμου Σουλίου, καθώς, όπως επισημαίνουν οι βουλευτές, μια τέτοια σημαντική βοήθεια προς το σύνολο των οικογενειών με μικρά παιδιά θα αποτελούσε εθνικής σημασίας παράγοντα κοινωνικής συνοχής και διευκόλυνσης της μόνιμης διαμονής.

Σχετικά με την κατάθεση της Ερώτησης, ο Μάριος Κάτσης προέβη στην παρακάτω δήλωση:

«Είναι απαράδεκτο μέχρι και σήμερα, σχεδόν τα μισά Δημοτικά σχολεία της Θεσπρωτίας να είναι αποκλεισμένα από την παροχή σχολικών γευμάτων. Η Θεσπρωτία είναι ακριτική και ορεινή περιοχή και θα έπρεπε η κυβέρνηση να έχει φροντίσει να έχει ήδη εντάξει στον θεσμό το σύνολο των σχολείων της. Για παράδειγμα, δεν είναι δυνατόν στους ακριτικούς Φιλιάτες τα σχολικά γεύματα να αφορούν μόνο το ένα δημοτικό σχολείο της πόλης και να μην απολαμβάνουν όλα τα παιδιά τη σημαντικότατη αυτή παροχή της Πολιτείας, που πρώτη φορά σχεδίασε και υλοποίησε η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Θυμίζω ότι αποτέλεσε μια εμβληματική παρέμβαση, με στόχο την αντιμετώπιση της επισιτιστικής ανασφάλειας των μαθητών και μαθητριών, μέσω της παροχής δωρεάν ζεστών γευμάτων υψηλής διατροφικής αξίας. Αντιμετωπίζοντας με ευθύνη της Πολιτείας τον υποσιτισμό, αλλά και την παιδική παχυσαρκία, βοηθώντας σημαντικά οικονομικά τις οικογένειες, ιδίως τις πολύτεκνες, συμβάλλοντας στη μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων, στην κοινωνικοποίηση των παιδιών και στη μείωση της σχολικής διαρροής. Πρόκειται για τον θεσμό που η ΝΔ ως αντιπολίτευση, σε ένα κρεσέντο λαϊκισμού αποκαλούσε «συσσίτια», παρόλο που γνωρίζει ότι σε όλη την Ευρώπη ο θεσμός λειτουργεί επιτυχημένα εδώ και δεκαετίες. Η ΝΔ, ως κυβέρνηση, προκάλεσε πλήθος δυσκολιών στην υλοποίηση του προγράμματος των σχολικών γευμάτων, χιλιάδες παιδιά στερήθηκαν την παροχή αυτή, ενώ και ο σχετικός διαγωνισμός που διεξήγαγε ακυρώθηκε από το Ελεγκτικό Συνέδριο γιατί πήγαν να ευνοήσουν φωτογραφικά φιλικές τους μεγάλες επιχειρήσεις. Σήμερα, 4 χρόνια μετά το 2018 που ξεκίνησε ο θεσμός και είχε εξ αρχής σχεδιαστεί η σταδιακή επέκτασή του έως το σύνολο των Δημοτικών σχολείων, θα έπρεπε ήδη, τουλάχιστον σε ευαίσθητες περιοχές όπως η Θεσπρωτία, να λαμβάνουν σχολικά γεύματα το σύνολο των μαθητών και μαθητριών Δημοτικού. Με Ερώτησή μας στη Βουλή από κοινού με την αν. Υπουργό της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ που είχε θεσμοθετήσει για πρώτη φορά τα σχολικά γεύματα, Θεανώ Φωτίου, ζητάμε εξηγήσεις γιατί μόνο τα μισά σχολεία της Θεσπρωτίας είναι ενταγμένα στο πρόγραμμα και απαιτούμε να καλυφθεί το σύνολο των Δημοτικών σχολείων.»

Ακολουθεί το πλήρες κείμενο της Ερώτησης, όπως κατατέθηκε στη Βουλή:

ΕΡΩΤΗΣΗ

Προς τον Υπουργό Εργασίας και Κοινωνικών Υποθέσεων

ΘΕΜΑ: «Αποκλεισμός σχεδόν των μισών Δημοτικών σχολείων του ακριτικού και ορεινού Νομού Θεσπρωτίας από τον θεσμό των σχολικών γευμάτων»

Σχεδόν τα μισά Δημοτικά σχολεία της Θεσπρωτίας είναι μέχρι και την τρέχουσα σχολική χρονιά, αποκλεισμένα από την παροχή σχολικών γευμάτων, κάτι που συμβαίνει ακόμα και στον ακριτικό Δήμο Φιλιατών, όπως και στον ορεινό Δήμο Σουλίου. Παρόλο που μια τέτοια σημαντική βοήθεια προς το σύνολο των οικογενειών με μικρά παιδιά θα αποτελούσε εθνικής σημασίας παράγοντα κοινωνικής συνοχής και διευκόλυνσης της μόνιμης διαμονής, η κυβέρνηση της ΝΔ δεν φρόντισε ούτε και φέτος να εξασφαλίσει την κάλυψη του συνόλου των σχολείων με το πρόγραμμα των σχολικών γευμάτων.

Το πρόγραμμα «Σχολικά Γεύματα», εμβληματική παρέμβαση της κυβέρνησης του ΣΥΡΙΖΑ, σχεδιάστηκε και υλοποιήθηκε για πρώτη φορά στη χώρα μας, έχοντας ως στόχο την αντιμετώπιση της επισιτιστικής ανασφάλειας των μαθητών και μαθητριών, καθώς και την καταπολέμηση της παιδικής φτώχειας, μέσω της παροχής δωρεάν ζεστών γευμάτων υψηλής διατροφικής αξίας. Μέσω επιστημονικής επίβλεψης, το πρόγραμμα προάγει την υγιεινή, μεσογειακή διατροφή, αντιμετωπίζοντας τόσο τον υποσιτισμό όσο και την παιδική παχυσαρκία, η οποία οφείλεται στην κατανάλωση φθηνής και χαμηλής διατροφικής αξίας τροφής. Ταυτόχρονα, συντελεί δραστικά στη μείωση των κοινωνικών ανισοτήτων και του κοινωνικού αποκλεισμού, βοηθά σημαντικά οικονομικά τις οικογένειες, συμβάλλει στην κοινωνικοποίηση των μαθητών και μαθητριών όπως επίσης και στη βελτίωση των μαθητικών επιδόσεων και τη μείωση της σχολικής διαρροής. Γι’ αυτό και αντίστοιχα προγράμματα υλοποιούνται εδώ και δεκαετίες στην υπόλοιπη Ευρώπη. Μόνο τυχαίο δεν είναι ότι πολύ σύντομα από την έναρξη λειτουργίας του θεσμού, τα σχολικά γεύματα έχουν γίνει ευρύτατα αποδεκτά, έχουν αγκαλιαστεί από όλη την κοινωνία, με τις οικογένειες να διαμαρτύρονται όποτε δεν παρέχονται στο σχολείο των παιδιών τους. H κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ είχε προκηρύξει το 2019 την καθημερινή διανομή 185.000 γευμάτων, με συνολικό προϋπολογισμό 73,5 εκατομμύρια  ευρώ. Ο σχεδιασμός ήταν κάθε επόμενη χρονιά να αυξηθούν περαιτέρω ώστε έως το 2023 να φθάσουν να προσφέρονται ημερησίως 600.000 σχολικά γεύματα, δηλαδή σε όλα τα παιδιά του δημοτικού.

Αντίθετα, η ΝΔ ως αντιπολίτευση, από την πρώτη στιγμή λοιδορούσε στον δημόσιο λόγο τα σχολικά γεύματα, χαρακτηρίζοντάς τα «συσσίτια» και προσπαθούσε με διάφορους μηχανισμούς να αποτρέψει την εφαρμογή αυτού του τόσο σημαντικού θεσμού στήριξης της ελληνικής οικογένειας. Από τότε που ανέλαβε τη διακυβέρνηση της χώρας, έχει προκαλέσει αναστάτωση στην μέχρι τότε ομαλή πορεία των σχετικών διαγωνιστικών κ.ά. διαδικασιών, με το πρόγραμμα να αντιμετωπίζει μείζονες δυσκολίες στην εφαρμογή του.

Αρχικά, κατά το σχολικό έτος 2019-2020, με ευθύνη της κυβέρνησης ΝΔ, περισσότερα από 54.000 γεύματα, δηλαδή το 30% των γευμάτων που προβλέπονταν, δεν είχαν διατεθεί στα σχολεία της χώρας μέχρι και τα τέλη Ιανουαρίου, στα μέσα του σχολικού έτους. Στη συνέχεια, η κυβέρνηση έφτασε στο σημείο να βρει σε αυτό το ευαίσθητο θέμα άλλο ένα πεδίο εξυπηρέτησης φιλικών επιχειρηματικών συμφερόντων, καθώς περιέλαβε όρο που ευνοούσε πέντε μεγάλες επιχειρήσεις, σε διαγωνισμό για τα σχολικά γεύματα που διεξήχθη από τον αρμόδιο εντολοδόχο του Υπουργείου, Οργανισμό Προνοιακών Επιδομάτων και Κοινωνικής Αλληλεγγύης (ΟΠΕΚΑ). Ως αποτέλεσμα, ο διαγωνισμός για το 2021-2022, 2022-2023 και 2023-2024 (προϋπολογισμός 253 εκατ. ευρώ και 210.000 γεύματα) ακυρώθηκε από το Ελεγκτικό Συνέδριο, με ρητή αιτιολόγηση βάσει των παραπάνω και στη συνέχεια ψήφισαν στη Βουλή προσφυγή στη διαδικασία της απευθείας διαπραγμάτευσης για να νομιμοποιήσουν τις επιλογές τους.

Αλλά και μετά από αυτό, τα σχολικά γεύματα διανέμονταν με μεγάλη καθυστέρηση και διαλειμματικό τρόπο, με μεγάλα διαστήματα διακοπής της διανομής για πολλές περιοχές της χώρας. Ακόμη και φέτος, που δεν χρειαζόταν νέος διαγωνισμός, η διανομή τους καθυστέρησε κατά πολύ. Η κυβέρνηση δε, δεν μερίμνησε για την επέκτασή τους και σε άλλα σχολεία ώστε να συμβάλουν στην αντιμετώπιση  της ενεργειακής κρίσης, της ακρίβειας και του πληθωρισμού που πλήττει αδύναμα και μεσαία στρώματα.

Κατόπιν των παραπάνω,

Ερωτάται ο αρμόδιος Υπουργός:

  1. Προτίθεται να εντάξει το σύνολο των Δημοτικών σχολείων της Περιφερειακής Ενότητας Θεσπρωτίας στο πρόγραμμα «Σχολικά Γεύματα», δεδομένου μάλιστα ότι αυτή περιλαμβάνει τον ακριτικό Δήμο Φιλιατών και τον ορεινό Δήμο Σουλίου;
  2. Για ποιους λόγους έχουν αποκλειστεί σχεδόν τα μισά Δημοτικά σχολεία της Θεσπρωτίας από τον θεσμό των σχολικών γευμάτων;